Μια Ευρώπη για λίγους

Η διαδικασία απόκτησης ιθαγένειας στην Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη παραμένει γεμάτη εμπόδια και σημαντικές καθυστερήσεις. Μία διασυνοριακή έρευνα δεδομένων του EDJNet για τα εμπόδια και τις προκλήσεις στην απόκτηση ιθαγένειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 

27/3/2025

Έρευνα – Κείμενο:  Ιωάννα Λουλούδη, Maria Álvarez Del Vayo, Lucas Laursen, Ter García, Carmen Torrecillas, Adrian Maqueda 
Ανάλυση δεδομένων – Εικονογράφηση: Civio 

 

Στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου ο νέος ένοικος του υπουργικού γραφείου έδωσε τα δικά του διαπιστευτήρια την περασμένη εβδομάδα. Και ήταν ακριβώς αυτά που θα περίμενε όποιος γνωρίζει την ακροδεξιά πορεία του Μάκη Βορίδη. Εμφανιζόμενος στην Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης της Βουλής (19/3), έσπευσε να ανακοινώσει ότι με προσωπική του απόφαση αποσύρει τη διάταξη νομοσχεδίου που παρέτεινε μέχρι το τέλος του Σεπτεμβρίου την προθεσμία υποβολής αιτήσεων για νομιμοποίηση μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα περισσότερο από τρία χρόνια και έχουν βρει εργοδότη (άρθρο 205, παρ. 2), διαδικασία που είχε εισηγηθεί ο προκάτοχός του Δημήτρης Καιρίδης, σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσει τις πιεστικές ανάγκες για εργατικά χέρια. Προανήγγειλε έπειτα πως οποιαδήποτε άλλη απόφαση «θα πρέπει να συνδεθεί με περιοριστικότερες πολιτικές αντιμετώπισης της παράνομης μετανάστευσης από τούδε». Λίγες ημέρες αργότερα (27/3), σε επίσκεψη του στο υπουργείο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα δήλωνε συμπληρωματικά πως η νόμιμη μετανάστευση στην Ελλάδα «πρέπει να καλύπτει διαπιστωμένες ανάγκες της αγοράς εργασίας». 

Οι άδειες διαμονής, αρχικά προσωρινές και έπειτα μακροχρόνιες, αποτελούν το βασικό «χαρτί» για την απόδειξη νόμιμης παραμονής στη χώρα και το πρώτο σκαλοπάτι στη μακρά διαδικασία προς την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας για όσους αλλοδαπούς δεν διαθέτουν σημαντικά αθλητικά ή άλλα προσόντα προκειμένου να «προσφέρουν εξαιρετικές υπηρεσίες στη χώρα ή να εξυπηρετήσουν εξαιρετικό συμφέρον στη χώρα» (άρθρο 13 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας), για να λάβουν τιμητική πολιτογράφηση. Τέτοιες πολιτογραφήσεις διαφέρουν σημαντικά, είναι συνήθως γρήγορες και εξαρτώνται μόνο από την πολιτική βούληση της εκάστοτε κυβέρνησης. 

Χαρακτηριστικό είναι το γνωστό σε όλους παράδειγμα αθλητών που πολιτογραφήθηκαν προκειμένου να φορέσουν τα χρώματα της Εθνικής ομάδας, όπως για παράδειγμα ο μπασκετμπολίστας του Ολυμπιακού Thomas Walkup που έλαβε το 2023 την ελληνική υπηκοότητα και συμμετείχε με την ελληνική ομάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2024. Τουλάχιστον 25 αθλητές και αθλήτριες αγωνίστηκαν στο Παρίσι έχοντας λάβει υπηκοότητα με διάταγμα ευρωπαϊκής χώρας, μεταξύ άλλων η Ekaterina Antropova, Ρωσίδα παίκτρια του βόλεϊ που πολιτογράφησε η Ιταλία το 2023, αλλά και ο Ρώσος παλαιστής Dauren Kurugliev που χάρισε αργυρό μετάλλιο στην Ελλάδα. 

Για ανθρώπους, ωστόσο, όπως η Νατάλια που ζει στην Ελλάδα τα τελευταία 28 χρόνια, η απόκτηση ιθαγένειας μοιάζει ακόμα άπιαστο όνειρο. Μαζί με τον άντρα της έφυγαν από τη Μολδαβία το 1997, όταν τη χώρα μάστιζε έντονη οικονομική κρίση, αφήνοντας πίσω δύο παιδιά. Εργάστηκαν και οι δύο σκληρά -καθαρίστρια σε επιχειρήσεις και οικιακή βοηθός εκείνη, μάστορας ο άντρας της- και κατάφεραν να φέρουν και να μεγαλώσουν εδώ τις κόρες τους. Τα χρόνια πέρασαν ανανεώνοντας διαρκώς τις άδειες παραμονής, ώσπου το 2014 η Νατάλια, άκουσε τις κόρες της να λένε: «Μαμά, έχουμε τους φίλους μας εδώ, τις σπουδές μας εδώ, δεν θα γυρίσουμε πίσω». Εκείνη την περίοδο τα κορίτσια πέρασαν στο πανεπιστήμιο, απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια και ενθάρρυναν και την ίδια να κάνει αίτηση για την απόκτηση ελληνικής υπηκοότητας.

«Η ιθαγένεια ξεκλειδώνει τα δικαιώματα που θα έπρεπε να έχουν τα άτομα ως πλήρη μέλη σε ένα κράτος», λέει η ερευνήτρια μετανάστευσης Jelena Dzankic, συνδιευθύντρια του Global Citizenship Observatory (Παγκόσμιο Παρατηρητήριο Ιθαγένειας) και καθηγήτρια στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο (EUI) της Φλωρεντίας. 

 

 

Ωστόσο οι ευρωπαϊκές χώρες πολιτογραφούν μόνο ένα μικρό μέρος των αλλοδαπών κατοίκων τους κάθε χρόνο. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το 2022 η Ευρωπαϊκή Ένωση, με πληθυσμό 448,4 εκατομμυρίων ανθρώπων, πολιτογράφησε λιγότερους από 1 εκατομμύριο ανθρώπους. Συνολικά, οι ευρωπαϊκές χώρες φιλοξενούν 41,2 εκατομμύρια αλλοδαπούς. Η Σουηδία πολιτογράφησε τους περισσότερους σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού της, ακολουθούμενη από την Ολλανδία και την Ιταλία. Η Αυστρία, η Εσθονία και η Λετονία από την άλλη, πολιτογράφησαν το μικρότερο ποσοστό. Οι περισσότερες αποφάσεις ιθαγένειας σε ευρωπαϊκά κράτη το 2022 αφορούσαν μετανάστες από το Μαρόκο, τη Συρία και την Αλβανία. 

 

Τα απαγορευτικά κριτήρια 

Στους παράγοντες που επηρεάζουν τα ποσοστά πολιτογράφησης σημαίνοντα ρόλο παίζουν τα κριτήρια των κρατών για την απόκτηση υπηκοότητας. Πρώτον, η τεκμηρίωση του συνόλου των ετών νόμιμης διαμονής που κυμαίνονται έως και 10 έτη στην Ισπανία, την Αυστρία και την Ιταλία και 7 έτη στην Ελλάδα. Παράλληλα απαιτείται η εκπλήρωση πρόσθετων απαιτήσεων ένταξης, όπως ορισμένα έτη εργασίας, εξετάσεις γλώσσας και πολιτισμού, έγγραφα από τις χώρες καταγωγής των αιτούντων, που μπορούν να λειτουργήσουν ως εμπόδια στην είσοδο. Τα άτομα που υποβάλλουν αίτηση πολιτογράφησης μέσω άλλων οδών, όπως οι πρόσφυγες ή οι σύζυγοι πολιτών, αντιμετωπίζουν παρόμοιες απαιτήσεις. Υπάρχουν επίσης απαιτούμενα εργασίας ή εισοδήματος. Σε περισσότερες από δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες, μία από τις προϋποθέσεις για την υπηκοότητα είναι η ύπαρξη σταθερής πηγής εισοδήματος. 

Η Νατάλια έδωσε, μετά από μεγάλη αναμονή, εξετάσεις το 2023 για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, ξοδεύοντας χρήματα για τα απαραίτητα δικαιολογητικά και ώρες ατελείωτου διαβάσματος δίχως βοήθεια. Κατάφερε να τις περάσει, ωστόσο το αίτημά της απορρίφθηκε, καθώς, εργαζόμενη ως καθαρίστρια, δεν συμπλήρωνε το ελάχιστο απαιτούμενο ετήσιο εισόδημα των 8.450 ευρώ για το διάστημα 2014-2019. «Βρίσκομαι εδώ νόμιμα από το 1997 και όλα αυτά τα χρόνια ζούσα κάπως, σωστά; Αλλά όχι με όσα απαιτούνται», εξηγεί στο MIIR απογοητευμένη. 

Από την αρχική αίτηση της Νατάλιας ως την τελική έκδοση απόφασης για την απόκτηση υπηκοότητας πέρασαν εννέα χρόνια. Ο ανάλογος χρόνος στην Ισπανία και την Ιταλία μπορεί να φτάσει και τα δέκα έτη, ενώ στην Ελλάδα κυμαίνεται στα έξι έτη, παρότι η νομοθεσία ορίζει ότι η διοίκηση έχει στη διάθεσή της 12 μήνες για να εξετάσει τις αιτήσεις πολιτογράφησης. Αυτήν τη στιγμή στην χώρα μας εκκρεμούν περισσότερες από 30.000 αιτήσεις. 

Η Νατάλια, ωστόσο, αποφάσισε να μην δώσει ξανά εξετάσεις, αφού πλέον είναι 61 ετών και δεν θεωρεί πως θα μπορέσει ποτέ να πιάσει το εισοδηματικό όριο. Θα προσπαθήσει απλά να ανανεώσει την άδεια διαμονής της, διαδικασία που εκτιμάται από τη ΜΚΟ Generation 2.0 Red πως μπορεί να τραβήξει τουλάχιστον δύο έτη. Κι αυτό γιατί το 2024 οι εκκρεμείς αιτήσεις αδειών διαμονής για πολίτες τρίτων χωρών έφταναν τις 280.474, με περίπου 32.650 νέα αιτήματα να προστίθενται σε ένα χρόνο, από τον Νοέμβριο του 2023 ως τον Νοέμβριο του 2024. 

Stateless_civio

Όπως αναφέρει το Generation 2.0 Red στην τελευταία του έκθεση για την Παρακολούθηση των Διοικητικών Διαδικασιών Απόκτησης Ιθαγένειας (Εκθεση #2, Μάιος 2024 – Αύγουστος 2024)), «βασικό και ανυπέρβλητο εμπόδιο για τους περισσότερους υποψήφιους είναι η απαίτηση να αποδείξουν ελάχιστο εισόδημα, κάτι που οδηγεί σε πολλές απορρίψεις αιτήσεων. Η απόκτηση ιθαγένειας ατόμων που ζουν χρόνια στη χώρα και έχουν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με αυτή, δεν πρέπει να εξαρτάται από οικονομικούς παράγοντες». 

Στην Ελλάδα το 2023 εκδόθηκαν 4.931 αποφάσεις για πολιτογράφηση αλλογενών (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία Γενικής Γραμματείας Ιθαγένειας), από τις οποίες ήταν θετικές οι 3.515 (71,28%). Στην πλειοψηφία τους (73,88%) αφορούσαν μετανάστες από την Αλβανία. Τρεις ωστόσο στις δέκα αιτήσεις (1.416 στον αριθμό) για απόκτηση ιθαγένειας, απορρίπτονται. 

 

Ξένοι στη χώρα τους

Χιλιάδες είναι οι εκκρεμείς αιτήσεις ιθαγένειας και στην περίπτωση των μεταναστών δεύτερης γενιάς, που στα τέλη Μαρτίου του 2022 έφταναν στη χώρα μας τις 18.822 (πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία), με τις καθυστερήσεις στην επεξεργασία των αιτήσεων να ξεπερνούν τα τέσσερα χρόνια. 

 

 

Στην περίπτωση αυτή η ιθαγένεια χορηγείται, κατόπιν αιτήσεως των γονέων, είτε σε ανήλικα παιδιά που έχουν γεννηθεί στη χώρα και έχουν γραφτεί στην Α’ Δημοτικού (ισχύουν αυστηρές προϋποθέσεις για το καθεστώς και τα χρόνια διαμονής των γονιών τους στην Ελλάδα) είτε σε ανήλικα παιδιά που έχουν ολοκληρώσει εννέα τάξεις πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε ελληνικό σχολείο ή τις έξι τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή έχουν απολυτήριο Λυκείου και πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το 2023 το ποσοστό αποδοχής των αιτήσεων ιθαγένειας δεύτερης γενιάς ήταν 97,3% (7.514 θετικές αποφάσεις), το 2022 98,38% (6.867) και το 2021 97,03% (5.154). 

Το 2022 η Ιταλία και η Ισπανία ήταν οι δύο ευρωπαϊκές χώρες που πραγματοποίησαν συνολικά τις περισσότερες πολιτογραφήσεις (213.716 και 181.581 αντίστοιχα) σύμφωνα με τη Eurostat. Ωστόσο, σχεδόν το ένα τρίτο από αυτές αφορούν άτομα που γεννήθηκαν εκεί. Το ποσοστό είναι παρόμοιο στην Αυστρία (32,69%), αλλά υψηλότερο στην Ελλάδα (53,93%), όπου περισσότεροι από τους μισούς από τους 12.733 ανθρώπους στους οποίους δόθηκε υπηκοότητα, είχαν γεννηθεί εδώ. 

Οι νόμοι των κρατών μελών της EE τείνουν να ευνοούν την ιθαγένεια λόγω καταγωγής (jus sanguinis) και όχι λόγω τόπου γέννησης (jus soli), αλλά αρκετές χώρες επιτρέπουν σε άτομα που έχουν γεννηθεί εκεί να γίνουν πολίτες ανεξάρτητα από την ιθαγένεια των γονέων τους σε ειδικές περιπτώσεις.

 

Πέντε χώρες χορηγούν αυτόματα την ιθαγένεια σε όσους γεννιούνται εκεί με αλλοδαπούς γονείς και πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Παρατηρητήριο Ιθαγένειας (GLOBALCIT). Η Πορτογαλία προσφέρει ιθαγένεια στα παιδιά που γεννιούνται εκεί και των οποίων οι αλλοδαποί γονείς έχουν διαμείνει εκεί ένα χρόνο. Η Ιρλανδία το πράττει αυτό μετά από τρία χρόνια. Η Γερμανία το κάνει μετά από πέντε χρόνια, από τον Ιούνιο του 2024. Και το Λουξεμβούργο και η Γαλλία χορηγούν αυτόματα την ιθαγένεια σε άτομα που έχουν γεννηθεί εκεί και μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν ζήσει εκεί 5 χρόνια, όταν τα άτομα αυτά γίνουν 18 ετών. Στη Γαλλία, περισσότερο από το ένα τέταρτο των περίπου 114.500 πολιτογραφήσεων το 2022 αφορούσαν παιδιά ηλικίας 13 έως 17 ετών, των οποίων οι γονείς υπέβαλαν αίτηση παρά την πρόβλεψη για αυτόματη ιθαγένεια στην ηλικία των 18 ετών. 

Αντίθετα, δεκαπέντε άλλες χώρες της ΕΕ δεν επιτρέπουν την αυτόματη πολιτογράφηση των παιδιών που γεννιούνται εκεί από αλλοδαπούς γονείς, αλλά προσφέρουν απλουστευμένες διαδικασίες, όπως η μείωση του χρόνου που απαιτείται για την προηγούμενη νόμιμη διαμονή. Δεν υπάρχει κοινός κανόνας: ενώ στην Ισπανία, οι γονείς των παιδιών που γεννιούνται στη χώρα μπορούν να υποβάλουν αίτηση για την ιθαγένεια του παιδιού τους μετά από ένα έτος νόμιμης διαμονής, στην Ιταλία δεν μπορούν να υποβάλουν αίτηση μέχρι το παιδί να γίνει 18 ετών. Η Σουηδία απαιτεί τρία χρόνια διαμονής, όχι μόνο για τα παιδιά που έχουν γεννηθεί εκεί, αλλά για όλους τους ανήλικους που διαμένουν στη χώρα, ανεξάρτητα από τον τόπο γέννησής τους.

Σε όλες αυτές τις χώρες, το πρώτο εμπόδιο για την πολιτογράφηση είναι η απόκτηση νόμιμης διαμονής. «Όταν τα παιδιά γεννιούνται από γονείς που βρίσκονται σε παράτυπη κατάσταση, βρίσκονται και αυτά σε παράτυπη κατάσταση», εξηγεί ο Diego Fernández-Maldonado, δικηγόρος μετανάστευσης της ΜΚΟ Caritas στη Μαδρίτη της Ισπανίας. Η οικονομολόγος Christina Gathmann από το Ινστιτούτο Κοινωνικοοικονομικών Ερευνών του Λουξεμβούργου, χαρακτηρίζει «χαμένη ευκαιρία» το γεγονός ότι οι περισσότερες χώρες δεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα γέννησης ως ιθαγένεια στα παιδιά αλλοδαπών γονέων: «Η Ευρώπη μένει πίσω ή δεν σκέφτεται τα οφέλη, επειδή πολύ λίγες χώρες στην Ευρώπη έχουν δικαίωμα γέννησης της ιθαγένειας». 

 

Χωρίς εθνικότητα και χωρίς δικαιώματα

Υπάρχει και μια ακόμη κατηγορία ανθρώπων για την οποία κανείς δε συζητά. Αφορά τους τουλάχιστον 381.000 αλλοδαπούς, σύμφωνα με στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, που ζουν στην ΕΕ χωρίς να έχουν κάποια επίσημη ιθαγένεια, κατάσταση που τους αναγκάζει να ζουν ως αόρατοι, χωρίς βασικά δικαιώματα.

Πολλοί ανιθαγενείς προέρχονται από κράτη που έχουν εξαφανιστεί ή μπορεί να έχουν εκτοπιστεί λόγω πολέμου ή για άλλους λόγους. Άλλοι δεν έχουν ιθαγένεια λόγω κενών στους νόμους της χώρας γέννησής τους: μπορεί να είναι παιδιά ανιθαγενών ή ανθρώπων των οποίων οι χώρες δεν αναγνωρίζουν ως πολίτες τα παιδιά που γεννιούνται από τους πολίτες τους στο εξωτερικό. Κάποιοι άνθρωποι είναι ανιθαγενείς επειδή η χώρα στην οποία ζουν δεν αναγνωρίζει τη χώρα καταγωγής τους ως κράτος, όπως συμβαίνει σε μεγάλο μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για τους ανθρώπους από την Παλαιστίνη ή τη Δυτική Σαχάρα. 

 

 

Στη Σουηδία ο αριθμός των αναγνωρισμένων ανιθαγενών αυξήθηκε από 5.300 το 2005, το πρώτο έτος με διαθέσιμα στοιχεία, σε 42.511 το 2022. Στην Ελλάδα οι ανιθαγενείς έφταναν το 2022 τους 4.488, αριθμός που ήταν ίδιος ακριβώς το 2021.

Από τα μέσα του περασμένου αιώνα, δύο συμβάσεις του ΟΗΕ έχουν ως στόχο να εγγυηθούν ελάχιστα δικαιώματα για τους ανιθαγενείς. Πρώτον, η Σύμβαση του 1954 σχετικά με το καθεστώς των ανιθαγενών, η οποία ορίζει ποια άτομα εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία και απαιτεί από τις χώρες που την έχουν υπογράψει να τους παρέχουν πρόσβαση σε βασικά δικαιώματα που είναι τουλάχιστον ίδια με εκείνα που απολαμβάνουν οι νόμιμα διαμένοντες αλλοδαποί. 

Υπάρχει ακόμη η Σύμβαση του 1961 για τη μείωση της ανιθαγένειας, η οποία περιορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι ανιθαγενείς για να αποκτήσουν ιθαγένεια. Είκοσι ευρωπαϊκά κράτη την έχουν υπογράψει, ωστόσο, η Γαλλία, η Ελλάδα και η Σλοβενία δεν το έχουν ακόμη κάνει, ενώ η Κύπρος, η Εσθονία και η Πολωνία δεν έχουν καν προσχωρήσει στη Σύμβαση του 1954, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση για την ανιθαγένεια του Ευρωπαϊκού Δικτύου Μετανάστευσης (ΕΔΜ), ενός διακυβερνητικού οργανισμού που χρηματοδοτείται από την ΕΕ. 

 

Το 2022, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, τα 27 κράτη της ΕΕ χορήγησαν ιθαγένεια σε συνολικά 7.296 ανιθαγενείς. Από το 2013, το πρώτο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, χορηγήθηκαν σε τουλάχιστον 67.600, με περισσότερους από τους μισούς στη Σουηδία. 

Μόνο 18 χώρες έχουν απλοποιήσει την πρόσβαση στην ιθαγένεια για τους ανιθαγενείς, σύμφωνα με την Globalcit. Η διαδικασία, όμως, είναι διαφορετική από χώρα σε χώρα και δεν παρέχονται πάντα διευκολύνσεις. Στην Ιρλανδία δεν απαιτείται οι ανιθαγενείς να έχουν ζήσει στη χώρα για ορισμένο χρονικό διάστημα. Στην Ελλάδα εάν ένας ανιθαγενής έχει διαμείνει για 3 χρόνια στη χώρα, μπορεί να υποβάλει αίτηση για την ιθαγένεια. Το Βέλγιο μειώνει την απαίτηση διαμονής από 5 χρόνια σε 2, ενώ 5 χρόνια διαμονής είναι το κριτήριο και στη Γερμανία. Εννέα άλλες χώρες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ρουμανίας, δεν διευκολύνουν με κανέναν τρόπο την απόκτηση ιθαγένειας για τους ανιθαγενείς. 

Όλες οι χώρες της ΕΕ, εκτός από την Κύπρο και τη Ρουμανία, παρέχουν ιθαγένεια σε άτομα που έχουν γεννηθεί στη χώρα και τα οποία διαφορετικά θα ήταν ανιθαγενή. Στην Ελλάδα, τα παιδιά που γεννιούνται από ανιθαγενείς γονείς, αποκτούν ιθαγένεια ελληνική εφόσον γεννηθούν στη χώρα. 

 

Περισσότερα εμπόδια στον δρόμο για την ιθαγένεια

Η απόκτηση ιθαγένειας αποτελεί σε κάθε περίπτωση το μόνο καθεστώς που αναγνωρίζει τον/την κάτοχο της ως ισότιμο μέλος της κοινωνίας, παρέχοντάς του/της ισότιμη πρόσβαση σε δικαιώματα, αλλά και σε μια αίσθηση ασφάλειας πως δεν υπάρχει σενάριο επιστροφής στην χώρα προέλευσης. 

Σε μια συγκυρία στην οποία ακροδεξιές δυνάμεις σέρνουν τους Ευρωπαίους κυβερνώντες στην αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής, είναι βέβαιο πως οι προκλήσεις για την απόκτηση ιθαγένειας θα αυξηθούν στα κράτη-μέλη. Στην Ελλάδα, η πρόσφατη απόφαση-ορόσημο του ΣτΕ, που παύει την αναγνώριση της Τουρκίας ως ασφαλούς τρίτης χώρας για πρόσφυγες από πέντε εθνικότητες (Συρία, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Σομαλία), αναμένεται να ενισχύσει την πίεση στην ήδη επιβαρυμένη διοίκηση, όπου, χωρίς ρεαλιστικά συστηματικές λύσεις, τα προβλήματα των καθυστερήσεων ως προς τις άδειες διαμονής και την ιθαγένειας αντί να διορθώνονται, θα διογκώνονται, αφήνοντας μετέωρους χιλιάδες ανθρώπους. 

*Η διασυνοριακή έρευνα δεδομένων εκπονήθηκε στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικτύου Δημοσιογραφίας Δεδομένων (EDJNet)

Την έρευνα συντόνισε η ισπανική δημοσιογραφική ομάδα Civio, ενώ συμμετείχαν ακόμη οι δημοσιογραφικές ομάδες: Deutsche Welle (Γερμανία),  Noteworthy (Ιρλανδία), OBCT (Ιταλία), Dennik N (Σλοβακία) και MIIR (Ελλάδα). 

Διαβάστε περισσότερα για τη μεθοδολογία της έρευνας δεδομένων στο τέλος των άρθρων του Civio: εδώ, εδώ και εδώ

 

Share This