Ιδιωτικοποίηση νερού: H Ευρώπη φρενάρει, η Ελλάδα επιταχύνει.
Ερευνα MIIR-PULSE σε 7 ευρωπαϊκές χώρες
Ανεξέλεγκτες αυξήσεις από την εμπορευματοποίηση του νερού
7-2-2026
Του Νίκου Μορφονιού*
Οι αυξήσεις στα τιμολόγια της ΕΥΔΑΠ και η πρόσφατη πώληση επιπλέον 5% των μετοχών της ΕΥΑΘ δεν είναι μεμονωμένα γεγονότα, αλλά κρίκοι μιας μακράς αλυσίδας: του πολέμου για το νερό. Η διαχείριση της ύδρευσης στην Ελλάδα μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο αγοράς, στο πλαίσιο μιας πολιτικής που ευνοεί την εμπορευματοποίηση και την είσοδο ιδιωτικών κεφαλαίων. Την ίδια στιγμή, σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, όπως προκύπτει από διασυνοριακή έρευνα του Pulse, κράτη και δήμοι κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, επαναφέροντας το νερό υπό δημόσιο έλεγχο, έπειτα από χρόνια ακριβών και κοινωνικά επιζήμιων ιδιωτικών πειραμάτων.
Από 1/1/2026 οι τιμές του νερού στην Ελλάδα ανέβηκαν κατακόρυφα. Τσουχτερές αυξήσεις στα πάγια ύδρευσης και αποχέτευσης για όλες τις χρήσεις (από 12 στα 36 ευρώ ετησίως χωρίς τον ΦΠΑ), παράλληλα με την άνοδο στην τιμή ανά κυβικό μέτρο, που σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνά και το 33% στα τιμολόγια (επαγγελματικά, βιομηχανικά, δήμων κ.λπ.) της ΕΥΔΑΠ, περιλαμβάνονται στη σχετική απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων για την περίοδο 2025-2029.Υπενθυμίζεται ότι στην εποπτεία της Αρχής πέρασαν οι ΕΥΔΑΠ/ΕΥΑΘ με νόμο του 2023 ως το διάδοχο σχήμα της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ).
Ήδη από τις αρχές του μήνα που ήρθαν στους Δήμους οι νέοι φουσκωμένοι λογαριασμοί της ΕΥΔΑΠ, έχουν προκληθεί οργισμένες αντιδράσεις, όπως του Δημάρχου Αθηναίων Χάρη Δούκα, ο οποίος δήλωσε ότι «κυβέρνηση και ΕΥΔΑΠ πίνουν εις υγειαν των κορόιδων», καθώς ο Δήμος Αθηναίων θα πληρώνει ετησίως επιπλέον μισό εκατ. ευρώ, με την εταιρεία ύδρευσης να τα μοιράζει σε «μερίσματα στους μετόχους της».
Τα νέα τιμολόγια βασίζονται σε ΚΥΑ του 2024 η οποία έχει προσβληθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας από τα σωματεία εργαζομένων των ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ και οργανώσεις πολιτών, με την απόφαση να αναμένεται (εκδικάστηκε περσι τον Φλεβάρη).
«Ο νέος μηχανισμός τιμολόγησης που στήθηκε με επίκεντρο τη ΡΑΑΕΥ είναι παράνομος» επισημαίνει στο MIIR ο Ηλίας Κορλός, μέλος του ΔΣ της Ομοσπονδίας εργαζομένων ΕΥΔΑΠ, που έχουν προσφύγει κατά των αυξήσεων, καθώς «το νερό δεν είναι εμπορικό προϊόν αλλά κοινωφελές αγαθό και δεν μπορεί να μεταβιβάζεται η κεντρική ευθύνη του κράτους (και) για την τιμολόγηση». Μαλιστα προειδοποιεί για «ανεξέλεγκτες αυξήσεις, αφού με πρόσχημα τη λειψυδρία ή τις δαπάνες στις υποδομές, η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ θα μπορεί να ζητάει κάθε φορά από τη ΡΑΑΕΥ την ανάκτηση των χρημάτων από τους καταναλωτές». Η απόφαση εξάλλου της ρυθμιστικής αρχής εισάγει και επίσημα τη λογική της πλήρους ανάκτησης του χρηματοοικονομικού κόστους της ΕΥΔΑΠ, (ή αλλιώς «επιτρεπόμενο έσοδο»), στο οποίο εντάσσονται το κόστος λειτουργίας, οι αποσβέσεις και η απόδοση επι των απασχολούμενων κεφαλαίων (WACC).
«Σκοπός της κυβέρνησης και των Διοικήσεων είναι κομμάτι-κομμάτι να οδηγήσουν στη σαλαμοποίηση των εταιρειών ύδρευσης και την πλήρη εμπορευματοποίηση του νερού. Για να γίνει στο τέλος το νερό σαν το ρεύμα ακριβό, το οποίο προσπαθούμε να αποτρέψουμε», αναφέρει ο Γιώργος Αρχοντόπουλος, πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων της ΕΥΑΘ, ο οποίος προεξοφλεί πως «ανάλογες αυξήσεις θα ακολουθήσουν και στην ΕΥΑΘ».
Ο Ηλίας Κορλός διαβλέπει επίσης περαιτέρω εισχώρηση ιδιωτών, με το Υπερταμείο να ξεπουλά τα μερίδια του σε ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ: «Αν οι ιδιώτες μέτοχοι αυξήσουν τη συμμετοχή τους, θα αυξήσουν συνάμα και την πίεση για κέρδη», λέει κατηγορηματικά.
Εξάλλου, με νύχια και με δόντια έχουν κρατηθεί μέχρι σήμερα ο κοινωνικός χαρακτήρας του νερού και ο πλειοψηφικός δημόσιος έλεγχος της διαχείρισης των υδάτων (χάρη σε αποφάσεις του ΣτΕ), ενώ η δέσμευση του Πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη ότι η χώρα θα έχει το «φθηνότερο δυνατόν νερό» (Οκτώβριος 2025), μόνο αισιοδοξία δεν προκαλεί έναντι του κινδύνου της περαιτέρω εμπορευματοποίησης.
20/3/2023 Διαδήλωση έξω απο τη Βουλή. Φωτό: Μάριος Βαλασόπουλος
Ο νεοφιλελεύθερος οδοστρωτήρας και η μνημονιακή επιτάχυνση
Μέχρι τη δεκαετία του ‘90, η ΕΥΔΑΠ και αργότερα η ΕΥΑΘ λειτουργούσαν εν πολλοίς ως κρατικοί οργανισμοί κοινής ωφέλειας, με στόχο την καθολική πρόσβαση και προστασία της δημόσιας υγείας, ενώ το τιμολόγιο είχε κοινωνικό χαρακτήρα και δεν στηριζόταν σε πλήρη κοστολόγηση. Η δεκαετία αυτή σηματοδοτεί και τη σταδιακή μετάβαση σε νεοφιλελευθερες λογικές αγοράς, με κομβική καμπή την περίοδο 1999–2001, οπότε συντελείται η μετοχοποίηση και εισαγωγή της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Στο πλαίσιο αυτο διετέθη σε ιδιώτες μειοψηφικό ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου των δύο εταιρειών και διατηρήθηκε στην κυριότητα του ελληνικού Δημοσίου πλειοψηφικό ποσοστό.
Η περίοδος των Μνημονίων λειτούργησε ως καταλύτης: Το νερό εντάσσεται στα σχέδια ιδιωτικοποιήσεων μέσω ΤΑΙΠΕΔ (νόμος του 2011) και Υπερταμείου (νόμος του 2016) και εκτοτε προωθούνται σενάρια πώλησης μετοχών ή παραχώρησης διαχείρισης.
Κομβικές στιγμές ανάσχεσης της «πολιορκίας» του νερού συνιστούν οι αποφάσεις του ΣτΕ (2014 & 2022) που κρίνουν ότι ο έλεγχος του κράτους στις εταιρείες ύδρευσης είναι συνταγματικά αναγκαίος, επειδή το νερό συνδέεται με τη ζωή και τη δημόσια υγεία. Προς τούτο η Ολομέλεια του ΣτΕ, με τις 190-191/2022 αποφάσεις της, έκρινε αντισυνταγματική τη μεταβίβαση της πλειοψηφίας των μετοχών των εταιρειών ύδρευσης (ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ) στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας (Υπερταμείο), ενώ αντίστοιχα το 2014 η ΟλΣτΕ με την υπ αριθ 1906 απόφασή της είχε κρίνει πάλι ως αντισυνταγματική την μεταβίβαση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών του ελληνικού Δημοσίου προς το ΤΑΙΠΕΔ με σκοπό την πώλησή τους σε ιδιώτες.
Το ανώτατο Δικαστήριο είχε μπλοκάρει το 2022 και τη μνημονιακή ΚΥΑ του 2017 για την κοστολόγηση-τιμολόγηση υπηρεσιών ύδατος κρίνοντας ότι αντίκειται στην Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα 2000/60/ΕΚ, που ορίζει ότι το νερό «δεν είναι ένα απλό εμπορικό προϊόν, αλλά μια κληρονομιά που πρέπει να προστατεύεται και να αντιμετωπίζεται ανάλογα».
Σημαντικό ορόσημο αποτελεί και το δημοψήφισμα στη Θεσσαλονίκη το 2014 με μαζική κοινωνική απόρριψη της ιδιωτικοποίησης της ΕΥΑΘ με ποσοστό 98%. Αποτέλεσμα είναι να μην έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα πλήρης ιδιωτικοποίηση, αλλά να παγιωθεί ένα υβριδικό μοντέλο (δημόσιος έλεγχος + εταιρική λειτουργία).
Συμβαδίζει, όμως, η υπόλοιπη Ευρώπη με αυτή την κατεύθυνση ιδιωτικοποίησης;
Δεξαμενή Εγκαταστάσεων ΕΥΔΑΠ
Ιταλία: Μεικτό μοντέλο με τάση αντιστροφής στο αμιγώς δημόσιο
Τον Ιούνιο του 2011, σε ένα ιστορικό δημοψήφισμα, περισσότερο από το 95% των Ιταλών ψηφισάντων τάχθηκε κατά του νόμου που επέτρεπε τη διαχείριση των δημόσιων τοπικών/δημοτικών υπηρεσιών νερού από τον ιδιωτικό τομέα. Δύο χρόνια αργότερα όμως ήρθε η ασφυκτική πίεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που μέσω των συστάσεων του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου (European Semester) χαρακτήριζε τις υπηρεσίες ύδρευσης στην Ιταλία ως αρνητικό παράδειγμα που έπρεπε να αλλάξει. Αποτέλεσμα είναι στην Ιταλία σήμερα, το νερό και τα δίκτυα ύδρευσης να ανήκουν αποκλειστικά στο Δημόσιο, αλλά οι υπηρεσίες ύδρευσης να μπορούν να παρέχονται είτε από δημόσιους είτε από ιδιωτικούς φορείς, ή μέσω συνδυασμού των δύο.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία από την Ιταλική Στατική Υπηρεσία, το 85% του πληθυσμού της Ιταλίας εξυπηρετείται από εταιρείες που ελέγχονται πλήρως ή κατά πλειοψηφία από δημόσιους φορείς, το 12% εξυπηρετείται απευθείας από δήμους και μόλις το 3% από εταιρείες που ελέγχονται πλήρως ή κατά πλειοψηφία από ιδιωτικούς φορείς. Οι τελευταίες λειτουργούν συχνά ως προσωρινές εξαιρέσεις σε μεμονωμένους δήμους.
Πάντως, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα του 2025, υπάρχει μια τάση αντιστροφής του μοντέλου καθώς, για παράδειγμά, ο δήμος της Πάντοβα εξετάζει το ενδεχόμενο να επαναφέρει υπό δημόσιο έλεγχο τις υπηρεσίες ύδρευσης, οι οποίες σήμερα λειτουργούν από ιδιωτική εταιρεία. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και ο δήμος της Φλωρεντίας, καθώς και άλλοι δήμοι της περιοχής, που αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα μεικτά εταιρικά σχήματα και να επιστρέψουν σε καθεστώς άμεσης δημόσιας διαχείρισης του νερού.
Eγκατάσταση Επεξεργασίας Νερού Θεσσαλονίκης, Πηγή: ΕΥΑΘ
Ισπανία: Ακριβότερο νερό στις περιφέρειες με ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες υδρευσης
Στην Ισπανία, η διαχείριση του νερού και των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης ασκείται στο πλαίσιο ενός αποκεντρωμένου συστήματος με την αρμοδιότητα να ανήκει κυρίως στις αυτόνομες κοινότητες (περιφέρειες) και τους δήμους, αλλά σε στενή συνεργασία με την κεντρική κυβέρνηση. Σε αυτό το πλαίσιο συνυπάρχουν δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς, με πάνω από το μισό του πληθυσμού να εξυπηρετείται από ιδιωτικές εταιρείες, γεγονός που συνιστά μια μερική ιδιωτικοποίηση του τομέα.
Η ιδιωτική διαχείριση, όμως, έχει συνδεθεί με σημαντικές περιφερειακές διαφοροποιήσεις στις τιμές και, συχνά, με υψηλότερες χρεώσεις νερού, οι οποίες αποδίδονται στην ανάγκη κάλυψης επενδύσεων, καταβολής τελών παραχώρησης στους δήμους και εξασφάλισης κερδοφορίας.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Καταλονίας, όπου οι υπηρεσίες ύδρευσης βρίσκονται στα χέρια της ιδιωτικοποιημένης Aigües de Barcelona, που ελέγχεται πλειοψηφικά από τον Όμιλο AGBAR (έχει εξαγοραστεί από τη γαλλική Veolia) ο οποίος δραστηριοποιείται σε ολόκληρη την Ισπανία μέσω θυγατρικών, όπως οι Aguas de Aragón, Aguas de Valladolid, Asturagua και Aguas de Alicante .
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής, η περιφέρεια της Καταλονίας εμφανίζει το υψηλότερο μοναδιαίο κόστος νερού (2,98 ευρώ ανά κυβικό μέτρο). Ακολουθούν περιφέρειες με ιδιωτικοποιημένο ή μεικτό μοντέλο διαχείρισης, όπως οι Βαλεαρίδες Νήσοι (2,52 ευρώ), ενώ τις τελευταίες θέσεις με το χαμηλότερο κόστος καταλαμβάνουν κοινότητες με κατά βάση δημόσια/δημοτική διαχείριση: Καστίλλη και Λεόν (1,24 ευρώ), το Πριγκιπάτο των Αστουριών (1,43 ευρώ) και Λα Ριόχα (1,46 ευρώ).
Στην κοινότητα της Μαδρίτης, που οι υπηρεσίες ύδρευσης λειτουργούν υπό την 100% δημόσια εταιρεία Canal de Isabel II -παρά τις ισχυρές πιέσεις για μερική ιδιωτικοποίηση την περασμένη δεκαετία- το μοναδιαίο κόστος ανέρχεται σε 1,80 ευρώ. Ο μέσος όρος μοναδιαίου κόστους στις περιφέρειες της Ισπανίας είναι 1,92 ευρώ ανα κυβικό μέτρο.
Σημειωτέον, το κόστος αυτό υπολογίζεται με βάση όλα όσα πληρώνουν οι χρήστες για την παροχή,αποχέτευση, επεξεργασία, εκροή ή καθαρισμό, διαιρεμένα με τον συνολικό όγκο νερού που καταναλώνεται. Στην Ελλάδα δεν έχουμε στοιχεία με τον αντίστοιχο δείκτη. Σύμφωνα με την απόφαση της ΡΑΑΕΥ το κόστος κυμαίνεται για τα νοικοκυριά από 0,35€ ως 3.20€ (κλιμακωτές χρεώσεις ανάλογα την κατανάλωση), συν 3€ πάγιο τέλος ύδρευσης και αποχέτευσης. Στα αυξημένα επαγγελματικά, βιομηχανικά, δημοτικά, κλπ, τιμολόγια, κυμαίνεται από 1,10€ ως 3.20€ ανα κυβικό μέτρο συν τα αντίστοιχα για αυτές τις κατηγορίες αυξημένα πάγια τέλη
Φράγμα Ελ Αταθάρ, βόρεια της Μαδρίτης_Πηγή Canal de Ιsabel ii
Γαλλία: Από την ιδιωτικοποίηση στην επιστροφή στη δημόσια διαχείριση
Η Γαλλία υπήρξε το ευρωπαϊκό εργαστήριο της ιδιωτικής διαχείρισης του νερού. Από τη δεκαετία του 1980, η πλειονότητα των δήμων παραχώρησε τη λειτουργία της ύδρευσης σε μεγάλους ιδιωτικούς ομίλους, κυρίως τη Veolia και τη Suez.
Το μοντέλο βασίστηκε σε μακροχρόνιες συμβάσεις παραχώρησης. Οι δήμοι διατηρούσαν την ιδιοκτησία των δικτύων, αλλά η τιμολόγηση, η συντήρηση και οι επενδύσεις περνούσαν στους ιδιώτες. Με τον χρόνο, το σύστημα κατηγορήθηκε για αυξήσεις τιμολογίων, περιορισμένη διαφάνεια και εξάρτηση των δήμων από τους παρόχους.
Η καμπή ήρθε το 2010, όταν το Παρίσι σε αντιδιαστολή με την προωθούμενη ευρωπαϊκή πολιτική της Κομισιόν επαναδημοτικοποίησε πλήρως την ύδρευση, δημιουργώντας την Eau de Paris. Η εμπειρία αυτή έγινε σημείο αναφοράς: μείωση τιμών, ενίσχυση κοινωνικής πολιτικής και επιστροφή του στρατηγικού ελέγχου στον δήμο.
Σήμερα, η Γαλλία δεν έχει εγκαταλείψει πλήρως τις παραχωρήσεις προς τους ιδιώτες αλλά η τάση έχει αντιστραφεί σε πολλές μεγάλες πόλεις όπως Λυών, Μπορντό, Ρεν, Νίκαια, Γκρενόμπλ.
Γερμανία: Δημοτικός έλεγχος και το σοκ του Βερολίνου για τις αυξήσεις
Στη Γερμανία, σε αντίθεση με τη Γαλλία, οι υπηρεσίες ύδρευσης βρίσκονταν και βρίσκονται κατά κανόνα στα χέρια των δήμων, μέσω των Stadtwerke (δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης, ενέργειας, κλπ). Το νερό αντιμετωπίζεται ως βασική κοινωνική υποδομή και όχι ως αγοραίο προϊόν.
Για καιρό εξαίρεση αποτέλεσε το Βερολίνο. Το 1999, στο πλαίσιο «δημοσιονομικής πίεσης», η πόλη πούλησε σχεδόν το 50% της δημοτικής Berliner Wasserbetriebe σε ιδιωτικούς ομίλους. Οι συμβάσεις προέβλεπαν εγγυημένες αποδόσεις για τους επενδυτές, γεγονός που οδήγησε σε αυξήσεις τιμολογίων.
Η κοινωνική αντίδραση υπήρξε έντονη. Το 2011, δημοψήφισμα απαίτησε πλήρη διαφάνεια των συμβάσεων παραχώρησης. Ακολούθησε η επαναγορά των μετοχών από τον δήμο και η λεγόμενη επαναδημοτικοποίηση (2013–2014) ως απόρροια της σημαντικής κοινωνικής κινητοποίησης κυρίως απέναντι στις αυξήσεις και την αδιαφάνεια στην τιμολόγηση. Έκτοτε, η ιδιωτικοποίηση του νερού θεωρείται πολιτικά «δυσάρεστη» στη Γερμανία.
Οι υπόγειες πηγές Αρμαντιέρ, τμήμα της υδροδότησης του Παρισιού, πηγή Eau de Paris
Ουγγαρία: Σε δημόσια χέρια το νερό με παγωμένες τιμές από το 2013
Σε αντίθεση με χώρες όπου η συζήτηση επικεντρώνεται στην επαναδημοτικοποίηση έναντι της ιδιωτικοποίησης, η Ουγγαρία έχει κινηθεί την τελευταία δεκαετία προς ένα ιδιαίτερα συγκεντρωτικό, κρατικο-κεντρικό μοντέλο, διατηρώντας τυπικά τις υπηρεσίες ύδατος σε δημόσια χέρια.
Έως τις αρχές της δεκαετίας του 2010, οι υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης ανήκαν και λειτουργούσαν κυρίως από τους δήμους, όμως η κατάσταση άλλαξε ριζικά μετά τον “Νόμο για τις Υπηρεσίες Ύδατος” το 2011, που οδήγησε σε υποχρεωτική συγχώνευση φορέων. Ως αποτέλεσμα, ο τομέας κυριαρχείται πλέον από μεγάλες, δημόσιες περιφερειακές εταιρείες υπό ισχυρό κρατικό έλεγχο, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Nemzeti Vízművek Zrt., ενώ οι δήμοι διατηρούν μόνο περιορισμένη επιρροή επί των υποδομών που προηγουμένως ήλεγχαν.
Τα τιμολόγια του νερού ρυθμίζονται από το κεντρικό κράτος και καθορίζονται πολιτικά. Από το 2013, οι τιμές του νερού για τα νοικοκυριά έχουν παγώσει στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής «rezsicsökkentés» (μείωση του κόστους κοινής ωφέλειας), αντιμετωπίζοντας ρητά το νερό ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής και όχι ως υπηρεσία με τιμολόγηση βάσει πλήρους ανάκτησης κόστους.. Κατά συνέπεια, οι τιμές του νερού για τα ουγγρικά νοικοκυριά παραμένουν από τις χαμηλότερες στην ΕΕ, αλλά τα έσοδα δεν επαρκούν πλέον για την κάλυψη του πλήρους λειτουργικού κόστους και των αναγκών ανανέωσης των υποδομών.
Οι Ιρλανδοί απέτρεψαν τις χρεώσεις αλλά ο κίνδυνος παραμένει
Στην Ιρλανδία η χρηματοδότηση της ύδρευσης για τα νοικοκυριά εξακολουθεί να βαραίνει τη γενική φορολογία, και όχι τους οικιακούς χρήστες, με τις επιχειρήσεις μονο να πληρώνουν χρεώσεις νερού και λυμάτων. Τη γενική αυτή ρύθμιση είχε αμφισβητήσει ευθέως το ιρλανδικό μνημόνιο της περιόδου 2010-2013 που όριζε την επιβολή οικιακών χρεώσεων για το νερό. Επίσης, ενώ οι τοπικές/αυτοδιοικητικές αρχές παρείχαν υπηρεσίες ύδρευσης μέχρι τότε, οι υπηρεσίες αυτές μεταφέρθηκαν στη νεοσύστατη κρατική εταιρεία, Irish Water.
Ωστόσο, η εισαγωγή των τελών ύδρευσης και η έναρξη εγκατάστασης υδρομετρητών πυροδότησε ένα μακρύ κύμα κοινωνικών κινημάτων και απεργιών συνδικάτων το 2014 και το 2015, περιλαμβανομένης μιας εκστρατείας μποϊκοτάζ των λογαριασμών νερού που υποστηρίχθηκε από μεγάλα τμήματα του ιρλανδικού πληθυσμού. Η μαζική κοινωνική αντίδραση τελικά οδήγησε την κυβέρνηση να αναστείλει το σύστημα χρεώσεων το 2016.
Παρόλο που τα τέλη ύδρευσης καταργήθηκαν, το εταιρικό μοντέλο παροχής υπηρεσιών μέσω της Irish Water έμεινε άθικτο. Διόλου τυχαία τα τελευταία χρόνια υπήρξαν συζητήσεις και σχέδια για εισαγωγή χρεώσεων για «υπερβολική χρήση» νερού, ωστόσο, δεν έχουν προχωρήσει προς άμεση εφαρμογή προς το παρόν.
20/3/2023 Διαδήλωση έξω απο τη Βουλή. Φωτό: Μάριος Βαλασόπουλος
Ποιοι είναι οι ιδιώτες στο μετοχολόγιο των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ
Σήμερα, κύριος μέτοχος της ΕΥΔΑΠ είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο κατέχει άμεσα το 50 % του μετοχικού κεφαλαίου συν μία μετοχή, ενώ το Υπερταμείο, κατέχει ποσοστό περίπου 11,33 %,.Σημαντική συμμετοχή που προσεγγίζει το 10% στο μετοχικό κεφάλαιο έχει από το 2014 και το hedge fund του αμερικανού μεγαλοεπενδυτή John Paulson, με επενδυτική παρουσία και σε Alpha Bank και Πειραιώς.
Το υπόλοιπο μετοχικό κεφάλαιο κατανέμεται σε άλλους θεσμικούς και ιδιωτικούς επενδυτές, όπως η NBG Asset Management και η ICM Investment, οι οποίοι κατέχουν μικρότερα ποσοστά.
Στη μετοχική σύνθεση της ΕΥΑΘ, κύριος μέτοχος είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο κατέχει άμεσα το 50 % του μετοχικού κεφαλαίου συν μία μετοχή, ενώ σημαντικό ποσοστό διατηρεί επίσης το Υπερταμείο, το οποίο τον Δεκέμβριο πούλησε μέσω διαδικασίας placement περίπου 5 % των μετοχών του, μειώνοντας το ποσοστό του στο 19,02 %. Άλλος κύριος μέτοχος (από το 2006) της ΕΥΑΘ με περίπου 5,46 % είναι η Vigie Groupe, γαλλικός όμιλος επιχειρήσεων που δραστηριοποιείται στον τομέα των υπηρεσιών ύδρευσης, και από το 2022 έχει ενσωματωθεί στον γαλλικό κολοσσό Veolia.
Το υπόλοιπο 25,52 % του μετοχικού κεφαλαίου περιλαμβάνει μικρότερους θεσμικούς επενδυτές, επενδυτικά funds, ιδιώτες μετόχους και διαχειριστές χαρτοφυλακίων.
* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Lorenzo Ferrari, Luisa Chiodi (OBCT-Ιταλία), Ana Somavilla (El Confidencial- Ισπανία), György Folk (EUrologus/HVG-Ουγγαρία).